ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Του Βασίλη Χρήστου, Δ/ντος Συμβούλου της «Πίνδος Περιβαλλοντική» & της Λεοντίου Σταυρούλας, Περιβαλλοντολόγος.

Διεθνείς Συμβάσεις - Κοινοτικές Οδηγίες

Οι διεθνείς και κοινοτικές δεσμεύσεις της χώρας, που αφορούν την προστασία της φύσης στην Ελλάδα, περιλαμβάνονται στις παρακάτω συμβάσεις και οδηγίες:

®    Οδηγία 79/409/ΕΕ «Για τη διατήρηση των άγριων πτηνών».

®    Οδηγία 92/43/ΕΕ «Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας».

®    Σύμβαση για τη Βιολογική Ποικιλότητα, 1992.

®    Σύμβαση για την προστασία της Μεσογείου από τη ρύπανση (Σύμβαση της Βαρκελώνης), 1976.

®    Πρωτόκολλο περί των Ειδικά Προστατευόμενων Μεσογειακών Περιοχών, 1982.

®    Σύμβαση για τη διατήρηση μεταναστευτικών ειδών άγριων ζώων (Σύμβαση της Βόννης), 1983.

®    Σύμβαση για την διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευ­ρώπης (Σύμβαση της Βέρνης), 1979.

®    Ευρωπαϊκό Δίκτυο Βιογενετικών Πάρκων, 1976.

®    Σύμβαση για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, 1975.

®    Σύμβαση για το Διεθνές Εμπόριο των Απειλούμενων Ειδών Άγριας Πανίδας και Χλωρίδας (Σύμβαση της Ουάσιγκτον CITES), 1973.

®    Πρόγραμμα της UNESCO για τον Άνθρωπο και τη Βιόσφαιρα, 1970.

 Κυριότερες οδηγίες που καθορίζουν την Ελληνική Νομοθεσία.

1)   Οδηγία 79/409/ΕΕ Ζώνες Ειδικής Προστασίας (SPA)

Αντικείμενο της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409 «περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών» είναι η προστασία της ορνιθοπανίδας μεταναστευτικής και μη και των οικοτόπων (βιοτόπων) της στον ευρωπαϊκό χώρο. Η Οδηγία υιοθετήθηκε τον Απρίλιο του 1979 και τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο του 1981. Απαιτεί από τα Κράτη μέλη να διατηρήσουν όχι μόνο τους πληθυσμούς των αγρίων πουλιών αλλά και επαρκή έκταση και ποικιλία βιοτόπων για να επιτευχθεί η προστασία τους. Αναπόσπαστο μέρος της Οδηγίας αποτελούν τα Παραρτήματα όπου, με μορφή καταλόγου, αναφέρονται τα είδη και υποείδη για τα οποία θα πρέπει να ληφθούν μέτρα προστασίας και διατήρησης των πληθυσμών και των οικοτόπων τους. Ειδικότερα, στο Παράρτημα Ι περιλαμβάνονται είδη και υποείδη που είτε απειλούνται, είτε είναι σπάνια -λόγω των μικρών πληθυσμών ή/ και της περιορισμένης κατανομής τους, είτε είναι ευάλωτα σε αλλαγές των βιοτόπων και οικοτόπων τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 «Η διαφύλαξη, η συντήρηση και η αποκατάσταση των βιοτόπων και των οικοτόπων περιλαμβάνουν προπάντων τα ακόλουθα μέτρα: α) δημιουργία ζωνών προστασίας, β) συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων που βρίσκονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό των ζωνών προστασίας, γ) αποκατάσταση των κατεστραμμένων βιοτόπων, δ) δημιουργία βιοτόπων». Στο πλαίσιο αυτό, τα Κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν εκτεταμένες περιοχές ως Ζώνες Ειδικής Προστασίας προκειμένου να διασφαλιστεί η επιβίωση και αναπαραγωγή ιδίως των ειδών που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας. Ανάλογα μέτρα με τα ως άνω υιοθετούνται και για τα μεταναστευτικά είδη που δεν αναφέρονται στο Παράρτημα Ι. Σημειώνεται ότι οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο «NATURA 2000» σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία 92/43 (βλ. παρακάτω). Η Οδηγία επιβάλλει αυστηρές νομικές υποχρεώσεις στα Κράτη μέλη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι υπεύθυνη για την συνεχή επίβλεψη της εφαρμογής τους. Η Επιτροπή μπορεί να φέρει μια υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εάν θεωρήσει ότι ένα Κράτος μέλος παρέβη τους όρους της Οδηγίας.

Με την υπ' αριθμό 414985/85 ΚΥΑ (ΦΕΚ 757/Β/85) θεσπίστηκαν, σε συμμόρφωση της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409, τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση, προστασία και διαχείριση των ειδών άγριας ορνιθοπανίδας. Η Ελλάδα έχει ορίσει μέχρι σήμερα 52 Ζώνες Ειδικής Προστασίας.

2)    Οδηγία 92/43/ΕΕ – Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο «NATURA 2000»

Η Κοινοτική Οδηγία 92/43 «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» συμπληρώνει την Οδηγία 79/409/ΕΕ και αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία για την προώθηση της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Η Οδηγία για τους οικοτόπους, όπως είναι ευρέως γνωστή, αποσκοπεί στην προστασία της βιολογικής ποικιλότητας στην Ευρώπη, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και της άγριας χλωρίδας και πανίδας.

Σύμφωνα με την Οδηγία, τα Κράτη μέλη υποχρεώνονται στην λήψη μέτρων που θα διασφαλίσουν τη διατήρηση ή/και  αποκατάσταση των φυσικών οικοτόπων, των οικοτόπων των ειδών και των άγριων ειδών χλωρίδας και πανίδας που αναφέρονται στα Παραρτήματα της Οδηγίας, συνεκτιμώντας και τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές, περιφερειακές και τοπικές ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Στα Παραρτήματα Ι και II της Οδηγίας αναφέρονται οι τύποι οικοτόπων και τα είδη πανίδας και χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος αντίστοιχα. Τονίζεται ότι στους καταλόγους των Παραρτημάτων σημειώνονται με αστεράκι (*) οι τύποι οικοτόπων και τα είδη χλωρίδας και πανίδας που έχουν προτεραιότητα ως προς την λήψη μέτρων προστασίας.

Στα πλαίσια της Οδηγίας για τους οικοτόπους και με σκοπό την εξασφάλιση καθεστώτος προστασίας των φυσικών οικοτόπων του Παραρτήματος Ι και των οικοτόπων των ειδών του Παραρτήματος II, προβλέπεται η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου Ειδικών Ζωνών Διατήρησης, γνωστό ως «Natura 2000». Κάθε Κράτος μέλος προτείνει, βάσει ορισμένων κριτηρίων αξιολόγησης (Παράρτημα III της Οδηγίας) και επιστημονικών πληροφοριών, έναν κατάλογο με περιοχές που μπορούν να αναγνωριστούν ως Περιοχές Κοινοτικού Ενδιαφέροντος και να χαρακτηριστούν ως Ειδικές Ζώνες Διατήρησης. Στον κατάλογο περιλαμβάνονται και οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας (SΡΑ) της Οδηγίας 79/409 για τη διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βασιζόμενη στους καταλόγους των Κρατών μελών, καταρτίζει -σε συμφωνία με τα Κράτη μέλη- τον κοινοτικό κατάλογο με τις Ειδικές Ζώνες Διατήρησης.

Στην Ελλάδα, η κατάρτιση του εθνικού καταλόγου με τις προτεινόμενες για ένταξη περιοχές στο δίκτυο «Natura 2000» πραγματοποιήθηκε μέσω του προγράμματος «Καταγραφή, Αναγνώριση, Εκτίμηση και Χαρτογράφηση των τύπων οικοτόπων και των ειδών χλωρίδας και πανίδας της Ελλάδας (Οδηγία 92/43)». Το Πρόγραμμα υλοποιήθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων - Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Πάτρας και Αθήνας. Αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής ήταν η κατ' αρχήν επιλογή και εκτεταμένη μελέτη 296 περιοχών που εκτείνονται σε όλη την επικράτεια. Από τον επιστημονικό αυτό κατάλογο είχε αποσταλεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1° τμήμα του Εθνικού Καταλόγου με 163 περιοχές κοινοτικού ενδιαφέροντος (1996), ενώ το 2° τμήμα του Εθνικού Καταλόγου περιλάμβανε 81 περιοχές (1997).

Σήμερα, σύμφωνα με την επαναξιολόγηση των στοιχείων κάθε περιοχής, στον Εθνικό Κατάλογο περιλαμβάνονται 268 περιοχές υποψήφιες για ένταξη στο Δίκτυο, από τις οποίες 234 έχουν χαρακτηριστεί ως Περιοχές Κοινοτικού Ενδιαφέροντος (SCI) και 52 ως Ζώνες Ειδικής Προστασίας (SΡΑ). Σημειώνεται ότι από τις SΡΑ, 18 περιοχές χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα και ως SCΙ. Τέλος, άλλες 45 περιοχές παραμένουν στον Επιστημονικό Κατάλογο.

3)    Εθνική νομοθεσία

Θεμέλιο λίθο της εθνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας αποτελεί το άρθρο 24 του Συντάγματος που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας». Παράλληλα έχουν θεσπιστεί οι κάτωθι νόμοι για την προστασία του περιβάλλοντος.

          i.       Νόμος 1650/1986 Ο βασικός νόμος για το περιβάλλον είναι ο 1650/1986, ο οποίος ορίζει την προστασία του περιβάλλοντος ως απαραίτητη προϋπόθεση ώστε ο άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, να ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον μέσα στο οποίο προστατεύεται η υγεία του και ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, αλλά και ως θεμελιώδες και αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής και αναπτυξιακής διαδικασίας και πολιτικής. Εκτός από τον Ν.1650/1986, η εθνική περιβαλλοντική νομοθεσία απαρτίζεται από πολλούς νόμους, υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα σε εθνικό επίπεδο.

 

         ii.       Νόμος 2742/1999. Ο Ν.2742/99 αποσαφηνίζει την κατάσταση όσον άφορα την διαχείριση των προστατευομένων περιοχών και ουσιαστικά συμπληρώνει τον 1650/86. Αναφέρεται στην διαχείριση και διοίκηση των προστατευόμενων περιοχών και ανοίγει τον δρόμο για την ίδρυση των φορέων διαχείρισης ως νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Στις αρμοδιότητες των Φορέων Διαχείρισης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η εκπόνηση διαχειριστικών σχεδίων για τις περιοχές ευθύνης τους, η κατάρτιση και ευθύνη εφαρμογής των κανονισμών διοίκησης και λειτουργίας των προστατευτέων αντικειμένων, η κατάρτιση μελετών και ερευνών ή άλλων έργων που περιλαμβάνονται στο οικείο σχέδιο διαχείρισης και στα αντίστοιχα προγράμματα δράσεις, η ευαισθητοποίηση του κοινού και η γνωμοδότηση για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων έργων και δραστηριοτήτων.